'κείνου

ἐκείνου , ἐκεῖνος
the person there
neut gen sg
ἐκείνου , ἐκεῖνος
the person there
masc gen sg
ἐκείνου , κεινόω
imperf ind act 3rd sg
ἐκείνου , κενόω
empty
imperf ind act 3rd sg (epic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • κείνου — ἐκεῖνος the person there neut gen sg ἐκεῖνος the person there masc gen sg κεῖνος the person there masc/neut gen sg κεινόω pres imperat act 2nd sg κεινόω imperf ind act 3rd sg (homeric ionic) κενόω empty pres imperat act 2nd sg (epic) κενόω empty… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ADMETUS — I. ADMETUS Poeta temporibus Neronis, qui (ut Lucianus in Demonacte) obscuri nominis fuit. Hic cum Demonacti aliquando dixisset, se unius versus epigramma, h. e. monostichon scripsisse, quod testamentô cavisset, ut sepulchro affigeretur, quod tale …   Hofmann J. Lexicon universale

  • HECTOR — I. HECTOR Parmenionis fil. cum Alexander acceptâ in fidem Aegypto, secundo Nilo deflueret, parvum navigium conscendit, pluribus quam capere posset, impositis. Curt. l. 4. c. 8. et l. 6. c. 9. Itaque mersâ navi Hector flumini diu obluctatus tandem …   Hofmann J. Lexicon universale

  • POCULUM — I. POCULUM primo vola fuit, quod Diogenes non erubuit didicisse, a quodam, quem cavâ manu exceptam auqam oriadmovere vidit, abiectô hinc vasculo suô potoriô, tamquam supellectile non necessariâ, eius simplicitatem in posterum imitaturus. Verum… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • καληώρα — (Μ) νεοελλ. ευχετική επιφωνηματική έκφραση («να είναι καλή η ώρα μου, σου, του» κ.λπ.) που χρησιμοποιείται όταν μια επιτυχημένη ενέργεια ή ένα γεγονός που σχετίζεται με κάποια πρόσωπα επαναλαμβάνεται τυχαία ή κατά ευτυχή σύμπτωση («κέρδισες τη… …   Dictionary of Greek

  • κρυμώδης — κρυμώδης, ῶδες (AM) ψυχρός, παγερός («κείνου δ ἂν ποταμοῑο περὶ κρυμώδεας ὄχθας», Διον. Περ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < κρυμός + κατάλ. ώδης] …   Dictionary of Greek

  • μετρώ — άω (ΑΜ μετρῶ, έω) [μέτρον] 1. προσδιορίζω τις διαστάσεις, την ένταση ή την αξία ενός πράγματος με βάση ορισμένη μετρική μονάδα (α. «το οικόπεδο μετρήθηκε και είναι 450 τετραγωνικά μέτρα» β. «τάς χώρας σφέων μετρήσας κατά παρασάγγας», Ηρόδ.) 2.… …   Dictionary of Greek

  • νεοχάρακτος — νεοχάρακτος, ον (Α) (ποιητ. τ.) αυτός που μόλις χαράχθηκε («μετρούμενον ἴχνη τὰ κείνου νεοχάραχθ », Σοφ.) …   Dictionary of Greek

  • οίχομαι — οἴχομαι και οἰχέομαι και συνηρ. τ. οἰχεῡμαι (Α) 1. πηγαίνω ή έρχομαι (α. «κατὰ στρατὸν ᾤχετο πάντη ὀτρύνων μαχέσασθαι», Ομ. Ιλ. β. «οἴχηται φεύγων» έφυγε και χάθηκε γ. «ὤχετ εὐθὺς ἀπιών» έφυγε και πάει, έφυγε τρέχοντας δ. «ἐκπέφευγ , οἴχεται… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.